Δευτέρα, 4 Αυγούστου 2008

Όταν κάηκε η φάτνη

Και ξαφνικά ανακαλύψαμε το ρατσισμό. Σε όλο το μήκος και πλάτος του. Και φυσικά είμαστε αντιρατσιστές. Αλλοίμονο…
Έπρεπε να κατασκηνώσει μια ομάδα αθίγγανων στις καμάρες για να θυμηθούμε να ξιφουλκήσουμε κατά του Δήμου. Που δεν παίρνει μέτρα προστασίας τους. Που τους αφήνει να κοιμούνται υπαίθρια…
Δεν βρέθηκαν τώρα, εκεί, αυτοί οι άνθρωποι. Υπάρχουν χρόνια. Μάλιστα πριν από 7-8 χρόνια, μέχρι και κλουβί στο μαρμάρινο λιοντάρι, που υπάρχει στις καμάρες, κατασκεύασαν! Κλουβί κανονικό. Με χοντρά σίδερα που ορθώθηκαν τριγύρω του, ψηλά στα δύο μέτρα. Όχι για να μη φύγει το λιοντάρι. Αλλά για να μη κάθονται οι γύφτοι στα σκαλάκια που υπάρχουν στο βάθρο του και δε βγαίνουν «καθαρές» οι καρτ-ποστάλ των τουριστών.
Αν ρωτήσεις 10 φίλους σου: «Είσαι ρατσιστής;» Η απάντηση θα είναι αρνητική. Αν τους ρωτήσεις: «Σε επηρεάζει η διαφήμιση;» η απάντηση θα είναι φυσικά αρνητική. Το τι είμαστε και πόσο επηρεαζόμαστε δεν αφήνουμε ούτε στον ίδιο μας τον εαυτό να το ανακαλύψει. Μάθαμε να λειτουργούμε με βάση το θεαθήναι και την έξωθεν καλή μαρτυρία.
Τον είδα πριν λίγες μέρες να δίνει συνέντευξη μαζί με τον επίσημο οικολόγο της πόλης μας. Χρόνιοι αντίπαλοι στο Δημοτικό Συμβούλιο. Νυν «αδέλφια». Και το μυαλό μου πήγε πίσω. 13 χρόνια πριν.
Περίοδος Χριστουγέννων. Στη πλατεία στήθηκε μια μεγάλη φάτνη. Με όλα τα αξεσουάρ της. Άφθονα χόρτα όπου πάνω τους υπήρχαν οι κούκλες με τον Χριστό και τη Παναγία. Και λίγο πιο πέρα οι τρεις Μάγοι με τα δώρα. Μέσα της υπήρχαν λαμπιόνια που φώτιζαν το όλο σκηνικό.
Πραγματική πανδαισία σκηνικού, δημιουργίας ονείρων για τα παιδιά.
Όμως εκείνη τη περίοδο είχαμε και Αλβανούς. Λαθραίους στη χώρα μας αφού δεν υπήρχε νόμιμη διαδικασία εισόδου τους. Που έφευγαν από τη πατρίδα τους, ψάχνοντας για ένα μεροκάματο στη δική μας πατρίδα.
Και έμεναν τις νύχτες στα παγκάκια της πλατείας, αφού δεν είχαν κάποια στέγη. Μέχρι που τη χειμωνιάτικη περίοδο των εορτών, είδαν τη φάτνη και σκέφτηκαν να την αξιοποιήσουν κατάλληλα. Έμπαιναν τα βράδια και κοιμόταν μέσα στη φάτνη! Μήπως και ποιόν ενοχλούσαν; Τα χόρτα ήταν πιο μαλακά από τα ξύλινα παγκάκια. Η φάτνη τους προστάτευε από την υγρασία του χειμώνα.
Ενοχλήθηκαν οι τότε άρχοντες του Δήμου. Και βρήκαν λύση. Έστειλαν ένα απόγευμα την υδροφόρα του Δήμου και έριξε νερό στα χόρτα. Τα μούσκεψε καλά, ώστε να μη μπορούν να ξαπλώσουν οι Αλβανοί.
Και τη νύχτα… τους τιμώρησε ο Θεός. Έγινε βραχυκύκλωμα στα λαμπιόνια και πήρε φωτιά η φάτνη. Και κάηκε όλη!
Λίγες μέρες πριν τα Χριστούγεννα μείναμε χωρίς φάτνη. Και τα παιδιά χωρίς επέκταση των ονείρων τους. Και οι Αλβανοί ξαναγύρισαν στα παγκάκια τους. Με ένα χαρτόνι για στρώμα.
Είχαμε και τότε αντιρατσιστές. Μουγκούς αντιρατσιστές.

Καλημέρα σας.

Δεν υπάρχουν σχόλια: