Τετάρτη 8 Ιουνίου 2011

Ο γιός του πρωτομάστορα

Θα κληθούμε να πληρώσουμε κι’άλλα. Δε φτάνουν όσα πληρώσαμε. Δεν επαρκούν. Πως γίνεται να έχουμε δανειστεί από την αρχή του μνημονίου 200 δις και να θέλουμε κι’άλλα… 


Υπάρχει ιεραρχία. Ο μέγας σκέπτεται. Και ο χάρος αναλαμβάνει τη δουλειά της λάντσας. Ο χάρος βγάζει το τεφτέρι του. Γράφει λογαριάζει σβήνει. Ξαναγράφει υπολογίζει και μας χρεώνει. Δε μας ρωτάει. Συζητάει με τη τρόϊκα, ανακατεύει τα ποσά και τα ανακοινώνει. Οι σταυλισμένοι ψηφίζουν και εμείς θα ενημερωθούμε. Δεν θα ερωτηθούμε. Θα ενημερωθούμε για το τι ακόμη θα πληρώσουμε. Όμορφος κόσμος αγγελικά πλασμένος κατά πως βολεύει τον χάρο και το αφεντικό του. Το μεγαλείο της Δημοκρατίας.

Σε λίγες μέρες τα νέα μέτρα αφαίμαξης θα περάσουν από τη βουλή. Όμως κάθε μέτρο που επιβάλλεται στο λαό πρέπει να έχει και τη λαϊκή αποδοχή του. Μόνο στις δικτατορίες δεν ρωτάται κανείς και αποφασίζουν ελάχιστοι. Στις δημοκρατίες είναι λίγο διαφορετικά. Ποιος μπορεί να πεισθεί για την αναγκαιότητα νέων φόρων όταν κυριολεκτικά έχουν στραγγίξει οι οικονομίες μας; Και όσα πληρώσαμε πήγαν και αυτά μαζί με όσα δανειστήκαμε στο χρέος; Πόσο ήταν τελικά το ρημάδι; 


Το 1981 το ΠΑΣΟΚ σταμάτησε τη γαλάζια κοσμοσυρροή στο δημόσιο. Αντί να ξεκινήσει μια αξιοκρατική τοποθέτηση, άρχισε η πράσινη εισβολή. Καινούρια ονόματα εμφανίστηκαν στο πολιτικό προσκήνιο. Νέος άνεμος αλλαγής.

Ένας ολόκληρος κόσμος σιτίστηκε τα τελευταία τριάντα χρόνια από τις πλάτες του Ελληνικού λαού. Και το συνδικαλιστικό κίνημα εδραιώθηκε. Και τα εξοπλιστικά προγράμματα μεγαλούργησαν. Και έργα έγιναν πολλά. Προνόμια επί προνομίων και αυξήσεις επί αυξήσεων στους μισθούς. Χαράς ευαγγέλια.

Πριν λίγα χρόνια καθόμουν σε παραδοσιακό ζαχαροπλαστείο της Κηφισιάς. Κυριακή πρωί Στοίβα οι εφημερίδες. Έπιασα συζήτηση με ένα συνταξιούχο Αθηναίο ευγενή κτηματομεσίτη. Είπαμε πολλά. Τον ρώτησα για τις τιμές των καταστημάτων εκεί.

- Ξέρεις πόσο κάνει ένα μαγαζί εδώ στο κέντρο της Κηφισιάς; Όταν άκουσα το νούμερο… ζαλίστηκα. Και τα τρία εκεί απέναντι που βλέπεις είναι του… και είπε το όνομα ενός παλιού πρωτοκλασάτου υπουργού. Και να’ταν μόνο αυτά… μονολόγησε.

- Μα αυτός ήταν παλιός δικηγόρος του είπα.

- Ναι. Όμως μετά έγινε υπουργός αγαπητέ μου Καβαλιώτη. Άστα. Βρωμάνε, είπε βαριεστημένα. 


Υπουργοί από το τίποτα και το πουθενά πλούτισαν και μεγαλούργησαν. Τώρα βρήκαν τον ένα και μοναδικό που θα ξεπλυθεί πάνω του όλο το παλιό πολιτικό σύστημα. Δεν ήταν ο μόνος. Σ’αυτόν σταμάτησαν. Οι άλλοι την έκαναν με ελαφρά πηδηματάκια προ πολλού. Ο ένας θα πληρώσει και θα σωθούν οι υπόλοιποι. Αυτός που άφησε ίχνη.


Ένα ολόκληρο οικοδόμημα που μας έκανε περήφανους στα μάτια των Ευρωπαίων ξαφνικά κατέρρευσε.  Δεν ήταν καλός ο πρωτομάστορας; Δεν ήταν ποιότητας τα υλικά; Το θέμα είναι ότι αυτό το οικοδόμημα, κατέρρευσε στο κεφάλι του γιού του πρωτομάστορα. 


Καλημέρα σας.

Τρίτη 7 Ιουνίου 2011

Δυο κιλά κεράσια


Με τα κεράσια έχω ένα θέμα. Όταν τα βλέπω θέλω να τα φάω. Μ’άρεσαν από παιδί. Περιμένω να έρθει ο Μάιος να ξεκινήσω τη κερασοφαγία. Είχα ένα θείο, κομμουνιστής από τα γεννοφάσκια του, που έλεγε. «Όταν τρώω κεράσια μόνος μου, πρώτα τρώω τα μικρά και στο τέλος τα μεγάλα. Όταν τρώω κεράσια με άλλους, πρώτα τρώω τα μεγάλα και στο τέλος τα μικρά» Σοφός θείος. Μη μας φάνε τα μεγάλα οι άλλοι. Κάθε που τρώω κεράσια τον θυμάμαι. Θεός σχωρέστον.

Προχθές στη γειτονιά μου, ένας μελαχρινός κύριος (γύφτος δηλαδή) πουλούσε κεράσια. Μεγάλα τραγανά με χρώμα μελιτζανί! Ωραίο θέαμα. Πλησίασα. «Δύο κιλά, πέντε ευρώ. Είσαι;», με ρώτησε κοιτάζοντάς με κατάματα. Με τους πλανόδιους έχω ένα πρόβλημα. Δεν αγοράζω γιατί δεν υπάρχει λόγος, αφού τα ίδια τα βρίσκω και σε μαγαζιά. Γιατί να αγοράσω από κάποιον ανεξέλεγκτο;
Τα κεράσια εκεί με κοίταζαν αμείλικτα. Ήταν και κλειστή η αγορά… Άντε να αντισταθείς στον πειρασμό. Ήταν και καλή η τιμή αφού χθες τα βρήκα 3,5 ευρώ το κιλό. «Μην τα κοιτάς. Δύο κιλά, πέντε ευρώ, είπαμε». Του έγνεψα και έπιασε τη σακούλα. Βύθισε τη χερούκλα του στο καφάσι και έπιασε μια-δυο τρεις χουφτιές. Γέμισε η σακούλα. Την έβαλε στη ζυγαριά του. «Δυο κιλά βαριά βαριά».
Πέρασα από το ζαχαροπλαστείο, μπήκα μέσα και πονηρά ζήτησα να ζυγίσω τα κεράσια. Να δω πόσο «βαριά» ήταν τα ρημάδια. Η ζυγαριά ηλεκτρονική και αληθινή έδειξε: 1830 ολοστρόγγυλα γραμμάρια! Μάλιστα. Να γυρίσω πίσω να του το πω; Θα μου πει ότι έχουμε κάτι κοινό οι δυο μας. Είμαι και εγώ γύφτος, αφού καταδέχομαι να το κάνω θέμα για 170 γραμμάρια κεράσια. Δε βαριέσαι σκέφτηκα. Πάλι κερδισμένος βγήκα. Αντί 7 πλήρωσα 5 ευρώ.
Χθες πήγα στο μανάβη της γειτονιάς. Μόλις μπήκα θαρρείς και ήταν μιλημένος. «Έχω και ωραία κεράσια. Εκεί είναι». Τρία καφάσια με κεράσια φάτσα κάρτα μπροστά μου. Μεγάλα τραγανά και με χρώμα μελιτζανί. Η πλαστική ταμπέλα έγραφε επακριβώς τη τιμή τους. «2 κιλά 5 ευρώ» !
Τουλάχιστον αυτή τη φορά δε θα με έκλεβε στο ζύγι. Σίγουρα πράγματα. Ηλεκτρονική η ζυγαριά του μανάβη. Έβαλε και αυτός δυο κιλά. Φεύγοντας, μου έριξε και την απόδειξη στη σακούλα. 

Καλημέρα σας.

Περιμένεις να πω εγώ αυτό το τραγούδι;

  «𝝥𝝚𝝦𝝞𝝡𝝚𝝢𝝚𝝞𝝨 𝝢𝝖 𝝥𝝮 𝝚𝝘𝝮 𝝖𝝪𝝩𝝤 𝝩𝝤 𝝩𝝦𝝖𝝘𝝤𝝪𝝙𝝞;»: 𝝤 𝝪𝝡𝝢𝝤𝝨 𝝩𝝤𝝪 𝝛𝝖𝝡𝝥𝝚𝝩𝝖 𝝥𝝤𝝪 𝝖𝝥𝝚𝝦𝝦𝝞𝝭𝝚 𝝖𝝟...