Παρασκευή 30 Ιουλίου 2021

Παγιουμτζής Στράτος Πλήρης Δισκογραφία Εργογραφία 2η έκδοση Απρίλιος 2022

  Η πλήρης Δισκογραφία - Εργογραφία του Στράτου Παγιουμτζή είναι εδώ!

Σε ηλεκτρονική μορφή για άμεση και εύκολη αναζήτηση, όλες οι εκδόσεις και επανεκδόσεις κάθε τραγουδιού χρονολογικά, με αναφορά στοιχείων, μουσικών που συμμετείχαν κλπ.
Συνθέτης, Στιχουργός. Χρονική διάρκεια, Είδος ρυθμού, Διεύθυνση Ορχήστρας / Ενορχήστρωση.
Σχολιασμοί του τραγουδιού και κυκλοφορίες ομότιτλων άλλων συνθετών. 

Κατεβάστε το αρχείο σε μορφή PDF:

https://mega.nz/file/E4ghXADT#06koLvKBtr763adTZK-rVab_owuDus_2b9uITUTFmxI

Αποκτήστε πρόσβαση στο αρχείο που είναι αναρτημένο στο Google Drive όπου θα έχετε απεριόριστη συνεχή ενημέρωση, αλλά και θα βλέπετε τις νέες ενημερώσεις που θα προκύψουν:

https://docs.google.com/spreadsheets/d/1n_GW8v-ICqKMvL0HjsjPCJ3vc7cJ0xY5Vb92v9BvW6k/edit?usp=sharing 

Επικοινωνία για προσθήκη πληροφοριών: tzanidisjohn@gmail.com





















Δευτέρα 5 Απριλίου 2021

Παπαϊωάννου Γιάννης Δισκογραφία - Εργογραφία Έκδοση 2η Μάιος 2021

Η πλήρης Δισκογραφία - Εργογραφία του Γιάννη Παπαϊωάννου.

Περιέχει καταλογογραφημένα όλα τα τραγούδια όπου είχε συμμετοχή, εταιρία, αρ δίσκου, μήτρας, είδος ρυθμού και ενορχηστρωτή του κάθε τραγουδιού.

Επίσης περιέχει όλες τις επανεκδόσεις (ανατυπώσεις) καθώς και τις επανεκτελέσεις από άλλους. Είναι εμφανής η αποδοχή και ανταπόκριση που είχε το κάθε τραγούδι από το πλήθος των επανεκδόσεων και επανεκτελέσεων. 

Ακόμη γίνεται αναφορά και στα ομότιτλα, ώστε να μη “χάνεται” ο αναγνώστης με ομοειδείς τίτλους. 

Οι στίχοι των τραγουδιών του, με τη διεύθυνση της καταχώρησης.

Τα τραγούδια με τη διεύθυνση στο YouTube για να τα ακούσετε.

Μπορείτε να το κρατήσετε στο drive της Google ώστε να παρακολουθείτε τις όποιες αλλαγές θα επέλθουν στο μέλλον. Γίνεται αυτόματη ενημέρωση κάθε αλλαγής και έτσι θα έχετε πάντα το ενημερωμένο αρχείο. 

Κατεβάστε το ▼

https://docs.google.com/spreadsheets/d/1NalyYKlw2pdcmV1eHt3Z12WAf6pbgtfwNc7cXd1xhlo/edit?usp=sharing

Και σε αρχείο PDF κατεβάστε το από εδώ ▼

https://mega.nz/file/xxxilSzC#Jtxp1btH0PQONezFlDFLYLLXERpOfW6iGvnpOiyCiPY

Για όλους τους φίλους του ρεμπέτικου και λαϊκού τραγουδιού.



















Τετάρτη 31 Μαρτίου 2021

Βαμβακάρης Μάρκος Δισκογραφία - Εργογραφία Έκδοση 4η Ιούλιος 2021

 Η πλήρης δισκογραφία - εργογραφία του Μάρκου Βαμβακάρη.

Όλες οι πρώτες εκτελέσεις και ανατυπώσεις που έγιναν, οι επανεκτελέσεις από άλλους, με ακριβείς ημερομηνίες κυκλοφορίας, αρ. κάθε δίσκου και μήτρας με σχόλια και τα ομότιτλα που υπάρχουν. 

Κατέβασε το αρχείο ελεύθερα. Βρίσκεται στο drive  της Google.

►   https://docs.google.com/spreadsheets/d/1ZzgkQ_tR-ewinqLr695Fg3rxpBjHTHiojIDn1ujnc9s/edit?usp=sharing

Και σε μορφή PDF:

►   https://mega.nz/file/0w5VyYQI#CbQ7HsrcLEh_vkmAwEftUlINW9SfWBJna42GmXKRwFI

Για όλους τους φίλους του ρεμπέτικου και λαϊκού τραγουδιού.





















Πέμπτη 17 Σεπτεμβρίου 2020

Πρόλαβα τη βόλτα στα τέλη της δεκαετίας του ’70 – δε θα κρατούσε για πολύ ακόμα. Από νωρίς το απόγευμα κόσμος ανεβοκατέβαινε την Ομόνοια όχι για να αγοράσει κάτι αλλά για να σεργιανίσει, να δει γνωστούς, να κουβεντιάσει, να ξεσκάσει χωρίς να ξοδευτεί.



Εμένα μου έκανε εντύπωση στην αρχή επειδή στην Αθήνα δεν υπήρχε η βόλτα. Εκεί, συνέβαινε το άλλο περίεργο, να βγάζουν δηλαδή σκαμνάκια έξω από το σπίτι τους και να μαζεύονται έτσι οι παρέες.
Ήμουν φανατικός και μόνιμος σχεδόν θαμώνας της βόλτας. Πριν το φροντιστήριο, μετά τα Αγγλικά, η βόλτα ήταν απαραίτητη. Αρχίζαμε από τη γωνία του Ανανιάδη και καταλήγαμε λίγο πιο πάνω από την Πυροσβεστική, εκεί που τώρα είναι το γκαράζ της Αστυνομίας – και πάλι πίσω.

Απαραίτητα αξεσουάρ της βόλτας, εκτός της παρέας βέβαια, ήταν τα τσιγάρα ή/και τα σπόρια. Εγώ είχα και τα δύο. Θυμάμαι πως κάπνιζα «Old Navy» μαλακό πακέτο στο οποίο είχα προσαρμόσει μέσα ένα μεταλλικό σκελετό με ένα μικρό πορτάκι στο πάνω μέρος που όταν πίεζες άνοιγε για να τραβήξεις το τσιγάρο από μέσα. Την όλη κατασκευή την είχα απαλλοτριώσει από τον πατέρα μου ο οποίος την έψαχνε μάταια. Το άλλο αξεσουάρ, τα σπόρια, τα αγόραζα από ένα μαγαζάκι δίπλα στα «Τιτάνια».
Σπόρια, τσιγάρο, χάζι και κουβεντολόι σε ένα δρόμο που έσφυζε από ζωή και νιάτα, μέσα σε μια κοινωνία που περίμενε και αισιοδοξούσε για τα καλύτερα. 
Απαραίτητη στάση ήταν το πρακτορείο του Κομποχόλη στη γωνία Ομονοίας και Παύλου Μελά για λαθραναγνωσία. Διάβαζα τα εξώφυλλα όλων των εφημερίδων με τα συνταρακτικά, όπως πίστευα αφελώς, νέα.
 Η κύρια ροή της βόλτας ήταν η διαδρομή από το Ταχυδρομείο (το σημερινό κατάστημα αθλητικών Adidas στη γωνία Ομονοίας και Αβέρωφ) μέχρι τη γωνία του Ανανιάδη που δίνονταν σχεδόν όλα τα ραντεβού και πάλι πίσω. Αξιόλογες βιτρίνες δεν υπήρχαν εκείνη την εποχή, εκτός από αυτήν του Τσίρλη που από τότε ήταν εντυπωσιακή και πολύ καλόγουστη. Εκτός από τον Κομποχόλη, σταματούσα και στη βιτρίνα του Τσιρίδη για να χαζέψω τα καινούρια Seiko ρολόγια – τέτοιο θα έπαιρνα όταν θα δούλευα με το καλό.


Στη βόλτα μπορούσες να δεις τους πάντες. Φίλους, συμμαθητές από το σχολείο, τα αγγλικά, το φροντιστήριο, γνωστούς αλλά και φυσιογνωμίες που έβλεπες τόσο συχνά στη βόλτα που εάν τύχαινε και τους έβλεπες κάπου αλλού, τους χαιρετούσες. Στη μεγάλη πλειοψηφία, οι… βολτάροντες ήταν αρσενικού φύλου. Τα κορίτσια, χωρίς να σπανίζουν, ήταν σαφώς λιγότερα και βέβαια οι ματιές των αγοριών έπεφταν επάνω τους και όχι πάντα διακριτικά.
Το τι λέγαμε στη βόλτα, ειλικρινά δε θυμάμαι. Θυμάμαι όμως μια αίσθηση που είχα και που την αποτελούσαν δύο συνιστώσες. Η μία ήταν η αβεβαιότητα: Το καλοκαίρι του ’78 παρακολούθησα για λίγο μαθήματα στον Καραπιπερίδη με στόχο τη Νομική. 
Το μετάνιωσα γρήγορα κι έτσι πολλοί αθώοι συνάνθρωποί μας γλίτωσαν τη φυλακή κι εγώ τη χρεοκοπία. Μετά παρακολούθησα μαθήματα στο φροντιστήριο του Κατσάρη, που βρισκόταν γωνία Ομονοίας και Δαγκλή, με στόχο την ΑΣΟΕΕ. 
Το μετάνιωσα ξανά κι αυτή τη φορά γλίτωσαν τράπεζες από χρεοκοπία κι εγώ τη φυλακή. Τρίτη και φαρμακερή, Παιδαγωγική Ακαδημία – και μου έκατσε για το υπόλοιπο του βίου μου. Τότε όμως δεν τα ήξερα όλα αυτά, οι γονείς μου δεν μπορούσαν να με συμβουλέψουν κι έπρεπε μόνος μου να πάρω την απόφαση. Εμένα μου έκατσε, στάθηκα τυχερός, σκέφτομαι όμως πόσες ζωές πήγαν χαμένες επειδή ένα δεκαεπτάχρονο παιδί δεν πήρε τη σωστή απόφαση. Η άλλη συνιστώσα ήταν εκ διαμέτρου αντίθετη – από τότε ήμουν αντιφατικός: Ήταν η αίσθηση της παντοδυναμίας, της αθανασίας, η αίσθηση πως όλα είναι ανοιχτά, όλα είναι δυνατά, όλα μπορούν να συμβούν.
Το καλοκαίρι η βόλτα μεταφερόταν στην παραλία. Τότε ακόμη η Ερυθρού Σταυρού δεν είχε καφετέριες – ούτε καν πολυκατοικίες αφού δεν είχαν γκρεμιστεί ακόμη οι καπναποθήκες. Η βόλτα στην παραλία άρχιζε από την αρχή του πάρκου του Φαλήρου όπου βρισκόταν το ουζερί του Λιόλιου και κατέληγε στη στροφή, στην αρχή της Αβέρωφ, εκεί που τώρα είναι το Nautica και τότε ήταν ο ΟΤΕ.
Οι παραλιακές καφετέριες της εποχής, η Τζοκόντα, η Τιβολί, η Κολιμπρί, μάζευαν τον «κυριλέ» κόσμο. Κυριλές για μας τότε, ήταν όποιος είχε στην τσέπη του περισσότερες από δέκα δραχμές – φλώρος ήταν όποιος φορούσε γυαλιά Rayban και Polo μπλουζάκι ανεξαρτήτου μάρκας. Όταν κουραζόμασταν από τη βόλτα, αράζαμε στην προβλήτα με τα πόδια προς το λιμάνι που έζεχνε, αφού ο βιολογικός δεν είχε φτιαχτεί ακόμη, τρώγοντας σπόρια και καπνίζοντας ενώ ακούγαμε και τζάμπα μουσική από το διπλανό ΝΟΚ. Θυμάμαι πως το ΝΟΚ έβαζε τακτικά το «Serenade» του Steve Miller που μας άρεσε πολύ και τη βρίσκαμε παίζοντας νοητές κιθάρες και τύμπανα. Από τότε, δεν μπορώ να ακούσω το τραγούδι αυτό, χωρίς να πεταχτεί μπροστά μου το ΝΟΚ και ο «Σόλας», ένας συμμαθητής μας απίστευτος τύπος που χλεύαζε βιτριολικά τους πάντες και τα πάντα.
Βόλτα όμως υπήρχε δεν υπήρχε μόνο στην Καβάλα, υπήρχε παντού στην Ελλάδα ακόμα και στα χωριά που τη χαρακτήριζαν για προφανείς λόγους, «νυφοπάζαρο». Εκεί οι ματιές που έλεγαν πολλά, εκεί τα καλά ρούχα της Κυριακής, ίσως κι ένα πρώτο βιαστικό, αγχωμένο φιλί κάπου παραδίπλα.
Οι καπναποθήκες της Ερυθρού γκρεμίστηκαν όλες μέχρι το 1982 και στη θέση τους πυργώθηκαν πολυκατοικίες που τα ισόγειά τους έγιναν καφετέριες. Η Μπαλάντα, το Μικρό Καφέ, η Treff, η Βεγγέρα και άλλες γέμισαν κόσμο αφαιρώντας τον από τη βόλτα και γράφοντας τη δική τους ιστορία. Η βόλτα πέθανε, αφού το βιοτικό επίπεδο ανέβηκε και τώρα πια οι παρέες είναι καθιστές πίνοντας το εθνικό μας ρόφημα, τον φραπέ. Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’80, όλοι είχαν χρήματα για να καθίσουν να πιούνε ένα καφέ ή ένα ποτό – οι κυριλέδες μετακόμισαν στα κοσμικά νησιά, ακολουθώντας τις οδηγίες του «Κλικ» και του life style.

Τα καλοκαίρια, καθημερινά σχεδόν, κατεβαίνουμε με τη σύζυγο στην παραλία. Περπατάμε από το περίπτερο του πάρκου έως τον «Νικηφόρο» και πάλι πίσω για να πάρουμε τη μηχανή και να επιστρέψουμε στο σπίτι. Στο χέρι μου δεν έχω ρολόι Seiko – δεν τα βρίσκω πρακτικά, δεν καπνίζω πια ούτε τρώω πασατέμπο αφού αποφεύγω το πολύ αλάτι. Δίπλα μου περνούν βιαστικά άνθρωποι που περπατούν με γοργό ρυθμό για να ασκηθούν. Σκέφτομαι πως αν κάποιος έκανε κάτι τέτοιο εκείνα τα χρόνια, θα τον είχαν για γραφικό. 
Στη δική μου βόλτα στην παραλία τα τωρινά χρόνια, με την καλύτερη παρέα που θα μπορούσα να φανταστώ, έχω πάλι την αίσθηση της αβεβαιότητας – αυτή δεν φεύγει ποτέ – μα όχι και την αίσθηση πως όλα είναι δυνατά – η εποχή που ο Steve Miller τραγουδούσε «…and the earth is your own…» πέρασε, μαζί με την εποχή της βόλτας...

Δευτέρα 7 Ιανουαρίου 2019

Παραμονή πρωτοχρονιάς






Το σπίτι δεν είχε τζάκι.  Στην κουζίνα όμως, δίπλα στο παράθυρο που ήταν πάνω από το νεροχύτη, είχε καμινάδα σαν τζάκι, που εκτελούσε χρέη απορροφητήρα, όπως είχαν τότε όλα τα παλιά αξιοπρεπή σπίτια.  Από την κουζίνα πήγαινες στην αποθήκη και το πλυσταριό.  Το πλυσταριό την εντυπωσίαζε πολύ.  Είχε μια τεράστια –ήταν; φαινόταν στα μάτια της;- γούρνα χτιστή και στο πλάι της σαν σκαλάκια για το τρίψιμο των ρούχων.  Δίπλα στη γούρνα η μαμά της είχε βάλει το πλυντήριο. Το παλιό και το καινούριο αντάμα.


Αποτέλεσμα εικόνας για Κάρτες ρετρό πρωτοχρονιάς

Στο ισόγειο του σπιτιού υπάρχει το σαλόνι, με είσοδο από την Αθ. Διάκου, το καθιστικό, η τραπεζαρία, η κουζίνα, ένα μπάνιο, το πλυσταριό, η αποθήκη και η αυλή με είσοδο από την οδό Μαγνήτων.  Στο δεύτερο όροφο, το πλατύσκαλο της σκάλας με το παράθυρο που κοιτά στην Αθ. Διάκου, το παιδικό δωμάτιο, το δωμάτιο των γονιών και το δεύτερο μπάνιο.

Το σπίτι φαντάζει τεράστιο στα παιδικά ματάκια.  Φοβιτσιάρα καθώς ήταν , δεν τολμούσε να ανέβει μόνη της επάνω για να κοιμηθεί, κάποιος έπρεπε να τη συνοδέψει.  Όχι ότι σταματούσε να φοβάται όταν έφτανε, ήθελε κάποιον μαζί της μέχρι να κοιμηθεί.  Βοήθησε και ο αδερφούλης σ’ αυτό.  Έλεγε «αφήστε θα ανεβάσω εγώ τη μικρή».  Ανέβαινε μαζί της την έβαζε στο δωμάτιο και σαν αστραπή έσβηνε το φως, έβγαινε έξω και έκλεινε την πόρτα.  Κρατούσε και το πόμολο για να μην  μπορεί να ανοίξει η μικρή.  Είχε ένα σήριαλ τότε στην τηλεόραση με έναν κουλοχέρη και μια φωνή που ακουγόταν από το υπερπέραν τρομοκρατώντας υποτίθεται την ηθοποιό που έλεγε «Μαριαααάννααααααα, είμαι κι εγώ μαζί σουυυυυ». Έτσι λοιπόν κι ο αδερφούλης, έκλεινε την πόρτα και φώναζε κάνοντας μπάσα τη φωνή του «Μαριαααάννααααα, είμαι κι εγώ μαζί σουυυυ».  Τσιρίδες πανικού η μικρή.  Ένιωσε πριν τα έξη της τι σημαίνει ταχυκαρδία και πανικός.

Σχετική εικόναΠαρά το γεγονός αυτό της … τρομοκρατίας με τα σβηστά φώτα και τη φωνή, παρά το γεγονός ότι όταν τολμούσε να καθίσει η μικρή στα πεζοδρόμια της γειτονιάς ή στα πλακάκια της αυλής με καθαρά ρούχα ο αδερφούλης της έλεγε «σήκω αμέσως γιατί θα φωνάξω τη μαμά», η μικρή τον λάτρευε σα Θεό.  Τον λατρεύει και σήμερα και λογικά και όταν θα γεράσει και όσο ζει.


Ας ξαναπάμε στην κουζίνα.  Η μνήμη της συγκρατεί μόνο το νεροχύτη με το παράθυρο, το τζάκι-απορροφητήρα, τον χτιστό πάγκο, το τραπέζι και τα όμορφα κεραμικά πλακάκια με σχέδια, στο πάτωμα.  Της άρεσε πολύ η κουζίνα αυτή.  Δεν φοβόταν σ’ αυτό το δωμάτιο,  παρά το γεγονός ότι επικοινωνούσε με το πλυσταριό και την αποθήκη.  Μέχρι κάποια στιγμή όμως.  Από εκείνη την παραμονή πρωτοχρονιάς και μετά, ούτε με το φως της ημέρας δεν θα πατούσε.

Η κουζίνα της άρεσε και για έναν άλλο λόγο.  Είχε ακουστική επαφή με τους ενοίκους του διπλανού σπιτιού.  Η μαμά της τους έβλεπε κιόλας και μιλούσε με την κυρία που έμενε εκεί.  Αυτή, έτσι που ήταν μικρούλα μόνο τους άκουγε.  Δεν κατάλαβε ποτέ ποια ήταν τα παιδιά αυτής της οικογένειας ούτε η μαμά τους.  Αυτή έβγαινε στη γειτονιά από την οδό Μαγνήτων, από τη μεριά της αυλής και το σπίτι που γειτόνευαν τα παράθυρα της κουζίνας τους είχε είσοδο από την Αθ. Διάκου.  Τέτοια όμορφη κουζίνα ξανάδε όταν ήρθανε στην Καβάλα, στο σπίτι της φίλης της μαμάς της, της κυρίας Νίτσας, πριν γκρεμιστεί το σπίτι και γίνει πολυκατοικία.  Έτσι χτιστό τζάκι-απορροφητήρα είχε και η κυρία Νίτσα.  Χτιστό πάγκο και όμορφα διακοσμητικά κόκκινα τουβλάκια και παλιά πλακάκια με σχέδια στο δάπεδο.

Σχετική εικόναΤην αγαπούσε πολύ την κυρία Νίτσα όπως και η μαμά της.  Πόσο έκλαψε όταν έφυγε από αυτή τη ζωή!  Θαρρείς και ήταν θεία της αληθινή, εξ αίματος.  Πόσο προοδευτικός άνθρωπος ήταν!  Τι ωραίο μυαλό που είχε! Απολύθηκε από δημοτικός υπάλληλος λόγω κομμουνιστικών πεποιθήσεων και κέρδιζε τη ζωή της μαντάροντας, νομίζω.  Η κυρία Νίτσα ήταν σχεδόν κάθε βράδυ σπίτι τους και παίζανε χαρτάκι με τον μπαμπά και τη μαμά, πίνανε τσάι ή κανένα λικεράκι.  Πολλές φορές έφερνε και το φρούτο της μαζί.  Χάρη στην κυρία Νίτσα την άφηνε ο μπαμπάς καμιά φορά να δει τους Άγγελους του Τσάρλυ που ήταν αργά.  Γιατί  ήταν παιδιά με πρόγραμμα.  Στρατιωτάκια!  Στις ειδήσεις των εννιά έπρεπε να είναι στο κρεβάτι.  Εκτός Σαββάτων.  Τα Σάββατα μπορούσαν να μένουν παραπάνω και να δουν είτε την ελληνική ταινία στην ΥΕΝΕΔ είτε το Χαβάη 5-0 στην ΕΙΡΤ.  Καυγάς κάθε Σάββατο!  Ελληνική ταινία η μικρή, Χαβάη 5-0 ο αδερφούλης.  «Μα δεν προλαβαίνω να διαβάσω σου λέω» μυξόκλαιγε η μικρή.  «Επειδή είσαι χαζή» της έλεγε ο αδερφούλης και άρχιζε ο καυγάς.  Στο τέλος υποχωρούσε η μικρή γιατί ο αδερφούλης της έλεγε ότι θα της διαβάζει τους υπότιτλους.  Μπούρδες!  Στην αρχή μόνο κάτι ψιλοδιάβαζε, μετά βαριόταν.  Μπούρδες όμως από ένα σημείο και μετά και η μικρή.  Προλάβαινε, αλλά ήθελε να  τον κάνει να πληρώσει κάποιο τίμημα που γινόταν το δικό του.  Γιατί δεν ήθελε να δει την ελληνική ταινία επειδή δεν προλάβαινε να διαβάσει, αλλά για να ξεσηκώσει τις ατάκες και τα τραγούδια και μετά να τα επαναλαμβάνει, κάνοντας την ηθοποιό.
Πάμε πάλι πίσω στο σπίτι της γωνίας Αθ. Διάκου και Μαγνήτων.  Παραμονή πρωτοχρονιάς και η μαμά ψήνει τη βασιλόπιτα.  Α! η βασιλόπιτα της μαμάς τα σπάει!  Όλοι ζητάν τη συνταγή.  Μόνο της μικρής δεν της άρεσε ποτέ. Εκείνη ήθελε τσουρεκοειδή βασιλόπιτα.  Μοσχοβολούσε η κουζίνα και η μικρή έπαιζε με μια κούκλα της.
-Μαμά τι ώρα θα έρθει ο Άγιος Βασίλης;
-Τα μεσάνυχτα που θα αλλάξει ο χρόνος.
-Στο σπίτι μας θα έρθει;
-Ήσουν καλό παιδάκι;
- …..
-Λοιπόν; Ήσουν;
-Δεν ήμουν;
-Ήσουν.
-Θα μου φέρει δώρο;
-Θα σου φέρει.
-Και από πού θα μου το φέρει;
-Από την καμινάδα.
-Ποια καμινάδα;
-Εδώ, της κουζίνας.
-Κι άμα μαγειρεύεις και πέσει μέσα στο φαγητό και καεί ο Άγιος Βασίλης.
-Δεν θα μαγειρεύω.
-Και ποιος Άγιος Βασίλης θα έρθει;  Αυτός από την Καισαρεία ή αυτός με το έλκηθρο και τους τάρανδους που είδαμε στο Μινιόν πέρυσι;
- …..
- Ε;
Τι να απαντήσει η δόλια μάνα που είχε ήδη πει την ιστορία του Αγίου Βασιλείου στη μικρή;  Τι να απαντήσει που την προηγούμενη χρονιά είχανε πάει στην Αθήνα και η μικρή είχε γνωρίσει τον Άγιο Βασίλη αυτοπροσώπως με την κόκκινη στολή του και τα άσπρα γένια του;  Ούτε η μικρή θυμάται τι της απάντησε η μαμά.  Στο μυαλό της όμως δημιουργήθηκε μια αλλοπρόσαλλη εικόνα.  Ένας Άγιος Βασίλης με ράσα και ασκητική μορφή, μαυρογκαγκανιασμένος και καψαλισμένος από την κουζίνα με τα φαγητά που ψηνόντουσαν, με τρομακτική μορφή που άφηνε θυμωμένος το δώρο του.  Κι ένας Άγιος Βασίλης που διέσχιζε τον ουρανό με το έλκηθρο και τους τάρανδους και γελούσε κοροϊδεύοντας τον άλλον Άγιο Βασίλη.

Σχετική εικόναΆλλαξε ο χρόνος και είπαν οι γονείς στα παιδιά να πάνε στην κουζίνα να δουν αν είχε έρθει ο ‘Αγιος Βασίλης με τα δώρα τους.  Γελούσε ο αδερφούλης «ο Άγιος Βασίλης;  Χα χα!».  Η μικρή δεν καταλάβαινε οτι ο αδερφούλης γελούσε για να κοροϊδέψει τη μικρή που πίστευε πως υπάρχει.  Νόμιζε ότι γελούσε για να κοροϊδέψει το Άγιο Βασίλη.  Έβλεπε και τους γονείς να κάνουν νοήματα και δεν καταλάβαινε ότι ήταν για να μην της αποκαλύψει την αλήθεια.

Δεν πήγαινε η μικρή στην κουζίνα.  Φοβόταν.  Στο τέλος αναγκάστηκε να πάει μαζί με τη μαμά.  Δεν ήθελε να πιάσει το κουτί με το δώρο της.  Το φοβόταν.  Το πήρε η μαμά στα χέρια της και γύρισαν στο καθιστικό.  Μετά φόβου Θεού το έπιασε και το άνοιξε.  Ένας πανέμορφος λαγούδος.  Γκρι με άσπρη κοιλίτσα και μουτράκι, πεταχτά αυτιά, μουστάκια χαριτωμένα και πεταχτά δόντια.  Μπορντώ τσόχινο σακάκι, πράσινο παντελόνι και πρασινομπορντώ παπιγιόν.  Κούκλος!  Θα μου πείτε τώρα, Πάσχα ήταν και πήρανε λαγούδο;  Όχι τα λαγουδάκια για το Πάσχα ήρθαν αργότερα από την Αμερική.  Τότε ήταν απλά μια κούκλα.  Κούκλος ξεκούκλος, ο λαγούδος ποτέ δεν κοιμήθηκε στο κρεβάτι της.  Ποτέ δεν τον αγκάλιασε με λατρεία. Πάντα ένιωθε τύψεις που δεν αγάπησε αυτό το δώρο που της χαρίστηκε εκείνη την πρωτοχρονιά.  Μέχρι που μεγάλωσε κι εξαφανίστηκε.  
Εξαφανίστηκε έτσι, χωρίς να έχει χαλάσει. Χωρίς να έχει πάρει τις αγκαλιές που του άξιζαν.  Και σήμερα, σχεδόν σαράντα πέντε χρόνια μετά, θα ήθελε να έχει εδώ το λαγούδο της.  Να τον πάρει αγκαλιά, η μικρή που πενηντάρισε.  Να του πει ότι λυπάται που δεν του χάρισε την αγάπη της, που δεν το ζούληξε, που δεν το φίλησε, που δεν το σκέπασε με το παιδικό της παπλωματάκι.   Αν τον είχε σήμερα θα του χάριζε όλα τα συναισθήματα που του άξιζαν.  

Γιατί τώρα ξέρει ότι δεν πρέπει να φοβάται ότι δεν υπάρχει. 

Γιατί τώρα ξέρει ότι οι αγκαλιές και η αγάπη διώχνουν όλες τις φοβίες του κόσμου.

Περιμένεις να πω εγώ αυτό το τραγούδι;

  «𝝥𝝚𝝦𝝞𝝡𝝚𝝢𝝚𝝞𝝨 𝝢𝝖 𝝥𝝮 𝝚𝝘𝝮 𝝖𝝪𝝩𝝤 𝝩𝝤 𝝩𝝦𝝖𝝘𝝤𝝪𝝙𝝞;»: 𝝤 𝝪𝝡𝝢𝝤𝝨 𝝩𝝤𝝪 𝝛𝝖𝝡𝝥𝝚𝝩𝝖 𝝥𝝤𝝪 𝝖𝝥𝝚𝝦𝝦𝝞𝝭𝝚 𝝖𝝟...